Η έννοια της εγκατάλειψης μου τριβελίζει το μυαλό εδώ και αρκετό καιρό, από  τότε δηλαδή που μπήκαμε σε «καραντίνα». Γιατί εγκατάλειψη? Και όχι κάποια άλλη λέξη? Σε αυτό με επηρέασαν οι Young & Klsoko. Αισθανόμαστε, λένε, εγκατάλειψη είτε όταν χάνουμε αυτό από το οποίο εξαρτόμαστε είτε από αυτό από το οποίο φροντιζόμαστε ή αγαπιόμαστε. Από την άλλη, ο ψυχίατρος Δ. Σακκάς, υποστηρίζει ότι όταν κάτι κερδίζεις, ταυτόχρονα κάτι χάνεις στη ζωή και στις σχέσεις σου. Κάτι αφήνεις πίσω για να ακολουθήσεις την απόφαση σου, και έτσι κάτι εγκαταλείπεις αλλά και από κάτι εγκαταλείπεσαι. Είναι λες και η έννοια της εγκατάλειψης έχει ένα δυναμικό μέσα της, έναν ενεργητικό δυναμισμό και μια πολυπλοκότητα. Δεν είναι ούτε στατική ούτε μονοδρομική. Εγώ ας πούμε, άφησα την δουλειά μου και κλείστηκα σπίτι για να προστατευτώ, υπακούοντας τις προτροπές για αυτοφροντίδα και φροντίδα των υπολοίπων, αγαπημένων και όχι. Έχασα τον ρυθμό της καθημερινότητας μου, των ραντεβού μου και το τελευταίο με μεγάλο κόστος επαγγελματικό. Επιπλέον, το πώς, το εάν και το πότε θα γυρίσει η δουλειά μου στην κανονικότητα της υπόκειται μάλλον σε μια αναπάντητη, προς το παρόν τουλάχιστον, σεναριογραφία. Είναι λες και στο τώρα, στο εδώ και τώρα, ζω σε ένα ενδιαμέσο. Σε έναν ενδιάμεσο χώρο, ψυχολογικά και σωματικά. Κάθομαι σπίτι και κάνω ό,τι μπορώ με το διαδίκτυο: ομάδες, εκπαιδευτικά, συνεδρίες, φιλικά ραντεβού τύπου καφέ, αλλά ενώ συμμετέχω σε όλα αυτά, εγώ είμαι που μιλάω, που πατάω το κουμπί για να μπω στο zoom, ή στο skype ή στο messenger, είμαι και εκτός αυτών. Το μυαλό μου ταξιδεύει, φεύγει με ολοφάνερη επιδεικτικότητα σε διάφορους χωροχρόνους, μακρινούς και κοντινούς, δεν έχει σημασία. Φεύγει όμως τόσο σκερτσόζικα που με εκπλήσσει. Έχει γίνει ατιθάσευτο και ανυπάκουο! Συγκεντρώσου του λέω, άσε με, μου απαντά. Μην με εγκαταλείπεις του φωνάζω, τώρα που σε χρειάζομαι. Χρειάζομαι να συνεχίσω την κανονικότητά μου, να καταφέρω να ολοκληρώνω τις διαδικτυακές συνομιλίες μου χωρίς να αφαιρούμαι. Μπα και γιατί? Με ρωτά. Γιατί έτσι μπορεί να χάσω κάτι σημαντικό, του απαντώ, μπορεί να μην καταφέρω να εστιάσω σε αυτά που μου λέει ο άλλος και έτσι να μην μπορέσω να συνδεθώ πόσο μάλλον να συμπορευτώ μαζί του. Α καλά, μεγάλη ιδέα έχεις για το εαυτό σου, μου απαντά, και χασκογελάει στα όρια της προσβολής. Για αφέσου λίγο σε αυτό το ενδιάμεσο. Τόσοι το έχουνε υμνήσει:  M. Erickson, Δ. Νανόπουλος, D. Flemons. Ενδιάμεσος χώρος… είμαι και δεν είμαι, ακούω και δε ακούω, βλέπω και δεν βλέπω…έχω επίγνωση του εαυτού μου αλλά την ίδια ακριβώς στιγμή τον χάνω κιόλας. Παράδοξο και ταυτόχρονα πολύ υπερβατικό αυτό το ενδιάμεσο, παραφράζοντας τον Νανόπουλο. Είναι σαν κάτι να εγκαταλείπω αλλά και σαν να βρίσκω έναν χώρο που αυτό είναι οκ. Και έχω την αίσθηση ότι είναι τόσο μεγάλος ο χώρος σε αυτό το ενδιάμεσο που κάθε δημιουργία είναι πιθανή. Αυτό το άρθρο, ένα ταξίδι του μυαλού μου, ένα επόμενο project στην δουλειά, η ακινησία… όλα διαστέλλονται. Είναι λες και έχω τόσο χρόνο που σε αυτό το χρονικό τέντωμα χωράνε όλα μου τα συναισθήματα και οι σκέψεις: οι εγκαταλείψεις και οι αγάπες μου, οι δυστυχίες και οι ευτυχίες μου, οι ήττες και οι νίκες μου, οι δημιουργίες και τα ατοπήματά μου. Πότε άλλοτε στην ζωή μου δεν ήρθα τόσο κοντά σε αυτά, εξερευνώντας τα υπό συνθήκες «καραντίνας» αλλά νιώθοντας απολύτως ελεύθερη να παίξω μαζί τους, να τα προσεγγίσω, να τα εγκαταλείψω, να τα διαμορφώσω, να τα προσπεράσω, ή να τα αποδεχτώ σε όλο τους το υπερβατικό μεγαλείο.